ΜΟΥΣΙΚΗ.ΤΕΧΝΗ

Η ΠΡΩΤΟΓΟΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ..

ΡΑΝΙΑ ΤΣΟΧΑΤΖΗ...
Αν ξέραμε πως γεννήθηκε η μουσική, θα ήταν ίσως εύκολο να προσδιορίσουμε τη φύση της. Πολλοί φιλόσοφοι του 19ου αιώνα, όπως λ.χ. ο Σπένσερ, ο Νίτσε, ο Χάουσεγγερ, αναζήτησαν την καταγωγή της και διατύπωσαν διάφορες απόψεις σχετικά με την πιθανή προέλευσή της. Ο πιο σίγουρος δρόμος όμως, είναι εκείνος που, στα νεότερα χρόνια ακολούθησε η έρευνα για τις μουσικές εκδηλώσεις των πρωτογόνων, των αγρίων και των μισοπολιτισμένων λαών.
Προς την κατεύθυνση αυτή στρέφεται πρώτη η Γαλλία: Ο Ρουσσώ, με το λεξικό της μουσικής, ο Λαμπόρντ, με το Δοκίμιο της μουσικής, μετά ακολουθεί η Αγγλία, με στοιχεία που συλλέγουν ταξιδιώτες κι εξερευνητές της. Οι Γερμανοί, βάζουν τις βάσεις της επιστήμης που λέγεται Συγκριτική Μουσικολογία.
Το 1911, ο καθηγητής της φιλοσοφίας στο Βερολίνο Κάρολος Στούμπφ εκδίδει το βιβλίο-Οι αρχές της Μουσικής-. Κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε ν’ αναζητήσουμε τις αρχές της μουσικής τέχνης στις κραυγές που χρησιμοποιούσαν οι πρωτόγονοι άνθρωποι για συνθήματα. Κάθε φυλή δημιούργησε μουσική τόσο χαρακτηριστικά ιδιότυπη, που αρκεί να διαπιστώσουμε κάποια ομοιότητα στα μουσικά έθιμα δυο λαών, για να είμαστε βέβαιοι ότι υπάρχει και φυλετική συγγένεια μεταξύ τους. Ακόμα και οι λαοί που βρίσκονται στο κατώφλι του πολιτισμού έχουν πολύ αναπτυγμένη την αίσθηση του ρυθμού.
Όσο για το μουσικό αισθητήριο, η ανάπτυξή του εξαρτάται άμεσα από τα χρησιμοποιούμενα όργανα. Αυτό φαίνεται και σήμερα στη λαϊκή μουσική των ευρωπαϊκών χωρών.  Κάθε σωματική κίνηση που επαναλαμβάνεται κανονικά, τείνει να πάρει ρυθμικό σχήμα. Με την περιοδική επανάληψη των ίδιων κινήσεων κάθε εργασία γίνεται πιο εύκολη.  Ο άνθρωπος, ψάχνοντας να βρει το ρυθμό που θα τον βοηθήσει στην προσπάθειά του, τραγουδά.   Έτσι γεννήθηκαν τα πολυάριθμα τραγούδια της δουλειάς που συναντάμε στους διαφορετικού λαούς: τραγούδια για το πλέξιμο, για το άλεσμα, τραγούδια του νεροκουβαλητή και άλλα.
Στους πρωτόγονους λαούς μόνο η μελωδία και ο ρυθμός είναι σταθεροί, τα λόγια αυτοσχεδιάζονται. Σε μια ομάδα που κάνουν όλοι την ίδια δουλειά, ένας τραγουδάει αυτοσχεδιάζοντας κι όλοι οι άλλοι λένε πάντα την ίδια επωδό.
Μελετητές υποψιάζονται, ότι εδώ βρίσκονται οι αρχές της δραματικής τέχνης και υποστηρίζουν ότι από τις κινήσεις γενικά της δουλειάς γεννιέται η μουσική και η ποίηση.
Η αντίληψη αυτή, συμφωνεί με όσα ξέρουμε για την πιο παλιά μορφή του δράματος, όπου ποίηση, μουσική και χορός αποτελούσαν αδιάσπαστο σύνολο.  Στην αρχή, μουσική και ποίηση είναι πάντα στενά δεμένες κι ολοκληρώνονται με τη ρυθμική σωματική κίνηση.  Αργότερα, διαχωρίζονται σε αυτοτελείς κλάδους: μουσική, ποίηση, χορός, θέατρο.
Όμως ένα είναι βέβαιο, ότι το πρωταρχικό στοιχείο της μουσικής είναι ο ρυθμός.
Με μοναδικό όπλο το σώμα του, ο πρωτόγονος άνθρωπος έπρεπε να παλέψει σκληρά για να διατηρηθεί στη ζωή.  Οι παλμοί της καρδιάς του, η αναπνοή, ο σφυγμός, η φωνή του, τον ανάγκαζαν να συγχρονίζει τις κινήσεις του με το ρυθμό τους.  Το βάδισμα, το τρέξιμο για να προφυλαχθεί ή για να κυνηγήσει, το φτιάξιμο των πέτρινων εργαλείων, το κουβάλημα, το κάθε τι συντονίζεται με τον φυσιολογικό ρυθμό του οργανισμού του, που με την κανονική περιοδική επανάληψη, κάνει ευκολότερες τις διάφορες εργασίες.
Παράλληλα, τα διάφορα ηχητικά φαινόμενα που παράγονται από τα στοιχεία της φύσης, αναπτύσσουν  με αργό μα σταθερό ρυθμό την ακουστική του ικανότητα. Όλοι αυτοί οι ήχοι της φύσης έκαναν τον πρωτόγονο άνθρωπο να ξεχωρίζει τους ωφέλιμους ήχους απ’ τους βλαβερούς. Σιγά-σιγά αρχίζει ν’ αποζητά τους ήχους που γι’ αυτόν συνδέονται με την αίσθηση της ασφάλειας και της ευχαρίστησης και αποκρούει εκείνους που τον κάνουν να νιώθει την αγωνία του κινδύνου.  Βλέπουμε λοιπόν ότι ο φυσιολογικός ρυθμός του ανθρώπινου οργανισμού, οι διάφοροι ήχοι της φύσης, όπως κι εκείνοι που παράγονται από τα τεχνικά μέσα που κατασκευάζει ο άνθρωπος, δημιουργούν τις βάσεις της μουσικής. Μιας μουσικής όμως που, όπως παρουσιάζεται στους πρωτόγονους λαούς, δεν αποτελεί καλλιτεχνική εκδήλωση.
Με το χορό, το τραγούδι, τη μίμηση, ο πρωτόγονος άνθρωπος εκφράζει τη χαρά του, έπειτα από ένα καλό κυνήγι ή επικαλείται τη βοήθεια των πνευμάτων για την καλή μέρα, με το χορό προσπαθεί να ξορκίσει το κακό που απειλεί τη φυλή του. Τραγουδά και χορεύει πολεμικούς χορούς πριν από τη μάχη γιατί πιστεύει ότι θα την κερδίσει.  Οι χορευτικές μιμητικές αυτές κινήσεις και τα τραγούδια, ρυθμικά περισσότερο παρά μελωδικά, μαθαίνουν στους νεότερους της φυλής την τέχνη του πολέμου, του κυνηγιού, του έρωτα.
Ανάγκες πρακτικές και ζωικές εξυπηρετεί λοιπόν ο άνθρωπος με τις εκδηλώσεις αυτές.  Στο σκαλοπάτι αυτό της εξέλιξης του ανθρώπου, για πολλές χιλιάδες χρόνια, πρώτα η μαγεία κι έπειτα η θρησκεία χρησιμοποίησαν το τραγούδι, το χορό και τη μιμική για την οργάνωση της ομαδικής ψυχολογίας στα πρωτόγονα κοινωνικά σύνολα.  Όσο ο άνθρωπος ελευθερώνεται από τα δεσμά της μαγείας και δέχεται την επίδραση, πρώτα της θρησκείας και στους νεώτερους χρόνους, της παιδείας, ο χορός το τραγούδι και η μίμηση αρχίζουν να ικανοποιούν το συναισθηματικό και πνευματικό του κόσμο.
Τότε πια μπορούμε να μιλάμε για τη μουσική τέχνη, που τόσο στη λαϊκή όσο και στην έντεχνη μορφή της, έχει σκοπό την καλλιτεχνική συγκίνηση, αυτό που λέμε αισθητική χαρά

                                                          Ράνια Τσοχατζή

About labros giotis

Από το Blogger.