ΜΟΥΣΙΚΗ.ΤΕΧΝΗ

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ...!

Βυζαντινή μουσική -- -- -

Η Βυζαντινή μουσική είναι η μουσική της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που δημιουργήθηκε κι

αναπτύχθηκε στο Βυζάντιο.

Απ’ τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ως την πτώση της Κωνσταντινούπολης , η βυζαντινή μουσική

ακολούθησε τη γενική πνευματική ανέλιξη του βυζαντινού κράτους, τόσο στην ανοδική πορεία, όσο και

στη κατάπτωσή του. Όπως όλες οι άλλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις- ποίηση, ζωγραφική, αρχιτεκτονική-

έτσι κι η μουσική χρησιμοποιήθηκε βασικά για να εξυπηρετήσει την Εκκλησία.

Η βυζαντινή μουσική αποτελεί μια υπέροχη σύζευξη αρχαίων ελληνικών στοιχείων και ανατολικών

επιδράσεων. Οι πρώτοι εκκλησιαστικοί ύμνοι ήταν πολύ απλοί και ψάλλονταν συνήθως απ’ όλο το

εκκλησίασμα. Η βυζαντινή μουσική –που είναι μονόφωνη- δε χρησιμοποιούσε καθόλου μουσικά όργανα.

Για λόγους δογματικούς, αλλά και γιατί η χρησιμοποίηση μουσικών οργάνων κινδύνευε να προδώσει τις

παράνομες συγκεντρώσεις των χριστιανών. Αυτή είναι η εικόνα της βυζαντινής μουσικής στα πρώτα της

βήματα ως τον 4 ο μ.χ. αιώνα.

Με το διάταγμα των Μεδιολάνων [ 313 μ.χ. ] του Μεγάλου Κωνσταντίνου ο χριστιανισμός γίνεται

επίσημη θρησκεία του κράτους και οι χριστιανοί λατρεύουν ελεύθερα το Θεό τους. Ανοίγεται μια νέα

περίοδος για τη βυζαντινή μουσική. Η επίσημη εκκλησία δέχεται στη λειτουργία της μελωδικότερους

ύμνους και αρχίζει σιγά-σιγά να εμπιστεύεται τα λειτουργικά μέλη σε ειδικά γυμνασμένους ψάλτες.

Παρουσιάζεται και η- χειρονομία- αρχαιοελληνικής καταγωγής- που κράτησε ως τον 17 ο αιώνα .Με τη -

χειρονομία- είδος μουσικής διεύθυνσης – ο κορυφαίος του χορού έδινε το χρόνο, το μέτρο και το

χρωματισμό και με κατάλληλες κινήσεις του χεριού και του σώματος υπενθύμιζε και τη μελωδική

καμπύλη του εκκλησιαστικού μέλους.
 Οι σπουδαιότεροι υμνογράφοι τον 4 ο και 5 ο αιώνα είναι οι τρεις

μεγάλοι ιεράρχες, Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος κ.α.

Έγραψαν ύμνους και τροπάρια που ανάλογα με το περιεχόμενό τους ονομάζονταν- μεγαλυνάρια,

απολυτίκια, ευλογητάρια, κεκραγάρια κ.λ.π. Από τον 6 ο ως τον 10 ο αιώνα η βυζαντινή μουσική γνωρίζει

την μεγαλύτερή της ακμή. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός [ 527-565 ] έγραφε και ο ίδιος λειτουργικά μέλη

και ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την οργάνωσή της δίνοντας τίτλους και αξιώματα στους ψάλτες της

εκκλησίας. Η εκκλησιαστική μουσική γνώρισε μεγάλη αίγλη στη εποχή του Ιουστινιανού. Στον 6 ο αιώνα

έζησε κι ο Ρωμανός ο Μελωδός που χάρισε στη βυζαντινή μουσική τους ωραιότερους ύμνους και

τροπάρια. Η μεγάλη όμως μορφή της βυζαντινής μουσικής είναι ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, διάσημος

θεολόγος, φιλόσοφος και υμνογράφος. Το σπουδαιότερο έργο του είναι η Οκτώηχος, που είναι η

κωδικοποίηση των λειτουργικών μελών όλου του χρόνου. Την ίδια εποχή ακμάζουν κι άλλοι υμνογράφοι,

όπως ο Κοσμάς ο Μελωδός, ο Θεοφάνης ο Γραπτός, η μοναχή Κασσιανή που πλούτισε τη βυζαντινή

μουσική με το ωραίο τροπάριο της Μεγάλης Τρίτης και πολλοί άλλοι.

Από τον 10 ο με 11 ο αιώνα αρχίζει η κάμψη της βυζαντινής μουσικής. Η περίοδος αυτή που κρατάει ως τη

πτώση του Βυζαντίου, χαρακτηρίζεται από τη θεωρητική μελέτη του παρελθόντος και τη δημιουργία

ονομαστών σχολών για την καλύτερη μελέτη κι ερμηνεία του λειτουργικού μέλους. Περίφημη ήταν η

σχολή του Κουκουζέλη, οι μαθητές της λέγονταν- μελουργοί ή καλλωπισταί- μάθαιναν πώς να

ερμηνεύουν και να καλλωπίζουν τα παλιά λειτουργικά μέλη.

Η βυζαντινή μουσική σημειογραφία πέρασε από πολλά στάδια μέχρι να κατορθώσει να εκφράσει καθαρά

την απόλυτη οξύτητα των φθόγγων κ.α. Πολλές καινοτομίες έφερε τον 13 ο αιώνα ο Κουκουζέλης, που

πρόσθεσε στη μουσική γραφή νέα σημάδια.

Την τελική όμως μορφή στην βυζαντινή μουσική σημειογραφία έδωσαν το 1814 οι τρεις μεγάλοι

μουσικοδιδάσκαλοι: Γρηγόριος ο Πρωτοψάλτης, ο Χουρμούζιος ο Χαρτοφύλαξ και ο Χρύσανθος ο

Προύστης. Στον μητροπολίτη Χρύσανθο οφείλονται επίσης κι οι ονομασίες των επτά βυζαντινών

φθόγγων: πα, βου, γα, δη, κε, ζω, νη.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία όπως είδαμε απέκλεισε τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες τα μουσικά όργανα.

Αυτό όμως δεν εμπόδισε την εξέλιξη του οργάνου που είχε εφεύρει ο Αλεξανδρινός Κτησίβιος το 2 ο π.χ.

αιώνα. Από την πρωτεύουσα άλλωστε του Βυζαντινού κράτους έφυγε τον 8 ο αιώνα το πρώτο όργανο για

τη Δύση, δώρο του Κωνσταντίνου του Κοπρώνυμου στο βασιλιά των Φράγκων. Η Βυζαντινή μουσική ήταν

και εξακολουθεί να είναι μονόφωνη. Το – ίσον – είδος πρωτόγονης αρμονίας που συνοδεύει την κύρια

φωνή δεν αλλοιώνει καθόλου το μονόφωνο χαρακτήρα της .

Αν και η βυζαντινή μουσική δε μας κληροδότησε μια πολυφωνική μουσική, μας άφησε όμως ένα

μελωδικό θησαυρό ασύγκριτο σε εκφραστική δύναμη και ρυθμική ποικιλία, που μαζί με το δημοτικό

τραγούδι θ’ αποτελέσουν τις δυο πηγές της νεοελληνικής μουσικής.

Ράνια Τσοχατζή
Σελίδα 1 από 2-- -- - Βυζαντινή μουσική -- -- - Η Βυζαντινή μουσική είναι η μουσική της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που δημιουργήθηκε κι αναπτύχθηκε στο Βυζάντιο. Απ’ τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ως την πτώση της Κωνσταντινούπολης , η βυζαντινή μουσική ακολούθησε τη γενική πνευματική ανέλιξη του βυζαντινού κράτους, τόσο στην ανοδική πορεία, όσο και στη κατάπτωσή του. Όπως όλες οι άλλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις- ποίηση, ζωγραφική, αρχιτεκτονική- έτσι κι η μουσική χρησιμοποιήθηκε βασικά για να εξυπηρετήσει την Εκκλησία. Η βυζαντινή μουσική αποτελεί μια υπέροχη σύζευξη αρχαίων ελληνικών στοιχείων και ανατολικών επιδράσεων. Οι πρώτοι εκκλησιαστικοί ύμνοι ήταν πολύ απλοί και ψάλλονταν συνήθως απ’ όλο το εκκλησίασμα. Η βυζαντινή μουσική –που είναι μονόφωνη- δε χρησιμοποιούσε καθόλου μουσικά όργανα. Για λόγους δογματικούς, αλλά και γιατί η χρησιμοποίηση μουσικών οργάνων κινδύνευε να προδώσει τις παράνομες συγκεντρώσεις των χριστιανών. Αυτή είναι η εικόνα της βυζαντινής μουσικής στα πρώτα της βήματα ως τον 4 ο μ.χ. αιώνα. Με το διάταγμα των Μεδιολάνων [ 313 μ.χ. ] του Μεγάλου Κωνσταντίνου ο χριστιανισμός γίνεται επίσημη θρησκεία του κράτους και οι χριστιανοί λατρεύουν ελεύθερα το Θεό τους. Ανοίγεται μια νέα περίοδος για τη βυζαντινή μουσική. Η επίσημη εκκλησία δέχεται στη λειτουργία της μελωδικότερους ύμνους και αρχίζει σιγά-σιγά να εμπιστεύεται τα λειτουργικά μέλη σε ειδικά γυμνασμένους ψάλτες. Παρουσιάζεται και η- χειρονομία- αρχαιοελληνικής καταγωγής- που κράτησε ως τον 17 ο αιώνα .Με τη - χειρονομία- είδος μουσικής διεύθυνσης – ο κορυφαίος του χορού έδινε το χρόνο, το μέτρο και το χρωματισμό και με κατάλληλες κινήσεις του χεριού και του σώματος υπενθύμιζε και τη μελωδική καμπύλη του εκκλησιαστικού μέλους. Οι σπουδαιότεροι υμνογράφοι τον 4 ο και 5 ο αιώνα είναι οι τρεις μεγάλοι ιεράρχες, Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος κ.α. Έγραψαν ύμνους και τροπάρια που ανάλογα με το περιεχόμενό τους ονομάζονταν- μεγαλυνάρια, απολυτίκια, ευλογητάρια, κεκραγάρια κ.λ.π. Από τον 6 ο ως τον 10 ο αιώνα η βυζαντινή μουσική γνωρίζει την μεγαλύτερή της ακμή. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός [ 527-565 ] έγραφε και ο ίδιος λειτουργικά μέλη και ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την οργάνωσή της δίνοντας τίτλους και αξιώματα στους ψάλτες της εκκλησίας. Η εκκλησιαστική μουσική γνώρισε μεγάλη αίγλη στη εποχή του Ιουστινιανού. Στον 6 ο αιώνα έζησε κι ο Ρωμανός ο Μελωδός που χάρισε στη βυζαντινή μουσική τους ωραιότερους ύμνους και τροπάρια. Η μεγάλη όμως μορφή της βυζαντινής μουσικής είναι ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, διάσημος θεολόγος, φιλόσοφος και υμνογράφος. Το σπουδαιότερο έργο του είναι η Οκτώηχος, που είναι η κωδικοποίηση των λειτουργικών μελών όλου του χρόνου. Την ίδια εποχή ακμάζουν κι άλλοι υμνογράφοι, όπως ο Κοσμάς ο Μελωδός, ο Θεοφάνης ο Γραπτός, η μοναχή Κασσιανή που πλούτισε τη βυζαντινή μουσική με το ωραίο τροπάριο της Μεγάλης Τρίτης και πολλοί άλλοι. Από τον 10 ο με 11 ο αιώνα αρχίζει η κάμψη της βυζαντινής μουσικής. Η περίοδος αυτή που κρατάει ως τη πτώση του Βυζαντίου, χαρακτηρίζεται από τη θεωρητική μελέτη του παρελθόντος και τη δημιουργία ονομαστών σχολών για την καλύτερη μελέτη κι ερμηνεία του λειτουργικού μέλους. Περίφημη ήταν η σχολή του Κουκουζέλη, οι μαθητές της λέγονταν- μελουργοί ή καλλωπισταί- μάθαιναν πώς να ερμηνεύουν και να καλλωπίζουν τα παλιά λειτουργικά μέλη.
Σελίδα 2 από 2Η βυζαντινή μουσική σημειογραφία πέρασε από πολλά στάδια μέχρι να κατορθώσει να εκφράσει καθαρά την απόλυτη οξύτητα των φθόγγων κ.α. Πολλές καινοτομίες έφερε τον 13 ο αιώνα ο Κουκουζέλης, που πρόσθεσε στη μουσική γραφή νέα σημάδια. Την τελική όμως μορφή στην βυζαντινή μουσική σημειογραφία έδωσαν το 1814 οι τρεις μεγάλοι μουσικοδιδάσκαλοι: Γρηγόριος ο Πρωτοψάλτης, ο Χουρμούζιος ο Χαρτοφύλαξ και ο Χρύσανθος ο Προύστης. Στον μητροπολίτη Χρύσανθο οφείλονται επίσης κι οι ονομασίες των επτά βυζαντινών φθόγγων: πα, βου, γα, δη, κε, ζω, νη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία όπως είδαμε απέκλεισε τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες τα μουσικά όργανα. Αυτό όμως δεν εμπόδισε την εξέλιξη του οργάνου που είχε εφεύρει ο Αλεξανδρινός Κτησίβιος το 2 ο π.χ. αιώνα. Από την πρωτεύουσα άλλωστε του Βυζαντινού κράτους έφυγε τον 8 ο αιώνα το πρώτο όργανο για τη Δύση, δώρο του Κωνσταντίνου του Κοπρώνυμου στο βασιλιά των Φράγκων. Η Βυζαντινή μουσική ήταν και εξακολουθεί να είναι μονόφωνη. Το – ίσον – είδος πρωτόγονης αρμονίας που συνοδεύει την κύρια φωνή δεν αλλοιώνει καθόλου το μονόφωνο χαρακτήρα της . Αν και η βυζαντινή μουσική δε μας κληροδότησε μια πολυφωνική μουσική, μας άφησε όμως ένα μελωδικό θησαυρό ασύγκριτο σε εκφραστική δύναμη και ρυθμική ποικιλία, που μαζί με το δημοτικό τραγούδι θ’ αποτελέσουν τις δυο πηγές της νεοελληνικής μουσικής.

 Ράνια Τσοχατζή



About labros giotis

Από το Blogger.