ΙΣΤΟΡΙΑ

2017-1967....ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ..ΣΤΟΝ ΓΥΨΟ..!!!!!

Πρώιμα χρόνια
Γεννήθηκε στο Ελαιοχώρι Αχαΐας και ήταν γιος του Χρήστου Παπαδόπουλου, δασκάλου, και της Χρυσούλας Παπαδοπούλου, κόρης του κτηματία Αλκιβιάδη Παπαδόπουλου. Ο πατέρας του, Χρήστος, ήταν στενός φίλος και πολιτικός οπαδός του Γεωργίου Παπανδρέου[6]. Υποστηρίζεται ότι ενεργούσε και ως «κομματάρχης» του Παπανδρέου στα γύρω χωριά.[εκκρεμεί παραπομπή] ενώ ο Στυλιανός Παττακός έχει υποστηρίξει ότι ο Παπαδόπουλος ήταν βαφτισιμιός του Γεωργίου Παπανδρέου. Η μητέρα του, Χρυσούλα Παπαδοπούλου, είχε πραγματοποιήσει ήδη έναν γάμο, με τον Κώστα Βαγενά, με τον οποίο είχε αποκτήσει έναν γιο, τον Τάκη. Μετά τον θάνατο του συζύγου της παντρεύτηκε τον Χρήστο Παπαδόπουλο, με τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά: τον Γεώργιο, τον Κωνσταντίνο και τον Χαράλαμπο. Μεγάλωσε στο Ελαιοχώρι και εν συνεχεία εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Πάτρα, όπου και αποφοίτησε από το Γ' Γυμνάσιο Πατρών.
Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος (Ελαιοχώρι Αχαΐας, 5 Μαΐου 1919 - Αθήνα, 27 Ιουνίου 1999) ήταν Έλληνας αξιωματικός, πραξικοπηματίας και πρωτεργάτης της κατάλυσης της ελληνικής δημοκρατίας την περίοδο 1967-1974 καθιστώντας τον εαυτό του ηγέτη της τότε στρατιωτικής κυβέρνησης, γνωστής ως Χούντα των Συνταγματαρχών. Διοίκησε δικτατορικά από διάφορες θέσεις, ως υπουργός, πρωθυπουργός, αντιβασιλέας και πρόεδρος δημοκρατίας. Στην επίσημη προπαγάνδα του χουντικού καθεστώτος αναφερόταν ως «Αρχηγός της Επανάστασης» και «Πρόεδρος της Εθνικής Κυβερνήσεως». Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, οδηγήθηκε σε δίκη και καταδικάστηκε σε θάνατο, ποινή που μετατράπηκε με απόφαση της κυβέρνησης σε ισόβια δεσμά. Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου συμμετείχε στο αλβανικό μέτωπο, ενώ υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις ότι στη διάρκεια της Κατοχής υπηρέτησε στο Τάγμα Ασφαλείας Πατρών υπό τον συνταγματάρχη Νικόλαο Κουρκουλάκο. Μεταπολεμικά πήγε στην Αμερική για να εκπαιδευθεί σε θέματα πληροφοριών, και έγινε πράκτορας της CIA.
Το 1937 εισήχθη στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, απ' όπου αποφοίτησε δέκατος[7] με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού το 1940, και εν συνεχεία πραγματοποίησε σπουδές στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου. Με την έναρξη της κατοχής, τον Απρίλιο του 1941 εγγράφεται στη σχολή πολιτικών μηχανικών του Πολυτεχνείου, χωρίς να αποφοιτήσει. Το 1943 ξεκινά αντιστασιακή δράση κι εντάσσεται στην οργάνωση Μίδας 614 του συνταγματάρχη Τσιγάντε. Παράλληλα, αποστέλλεται ως πληροφοριοδότης των συμμάχων στα Τάγματα Ασφαλείας: όταν συγκροτήθηκαν τα Τάγματα Ασφαλείας από τους κατακτητές, προσκλήθηκε και συμμετείχε ως οργανωτής στο Τάγμα της Πάτρας που τελούσε υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Κουρκουλάκου.[8][1] Μετά την διάλυσή της οργάνωσης Μίδας 614, εντάσσεται στην «Οργάνωση Χ» του Γεωργίου Γρίβα. Το 1944, με τη βοήθεια των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, διέφυγε στη Μέση Ανατολή, όπου και του απονεμήθηκε ο βαθμός του υπολοχαγού. Κατά την εκεί παραμονή του πιθανολογείται η ένταξή του στην αντιδημοκρατική και αντικομουνιστική ομάδα ΕΝΑ (Ένωση Νέων Αξιωματικών), της οποίας ηγετικό στέλεχος ήταν ο αντισυνταγματάρχης Καραγιάννης. Το 1945 όταν επανήλθε στην Ελλάδα και η οργάνωση ΕΝΑ και άλλες συγχωνεύτηκαν στον ΙΔΕΑ, ο Γ. Παπαδόπουλος εντάχθηκε από τους πρώτους σ' αυτόν. Στη συνέχεια έλαβε μέρος στον εμφύλιο πόλεμο (1946-1949) και τιμήθηκε με χρυσό αριστείο ανδρείας, μετάλλιο εξαίρετων πράξεων και πολεμικό σταυρό.[9] Κατά τη δεκαετία του '50 υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες σε υψηλή θέση και μετεκπαιδεύτηκε στις ΗΠΑ. Όπως αποκάλυψε ο Αμερικανός δημοσιογράφος David Binder[10], ο Παπαδόπουλος ήταν πράκτορας της CIA και εισέπραττε παχυλό μισθό ήδη από το 1952.
Στην υπόθεση καταδίκης του Νίκου Μπελογιάννη, ήταν στρατοδίκης.
Ο Γ. Παπαδόπουλος τοποθετήθηκε στην ΚΥΠ (1959-1964) και το 1961 ως αντισυνταγματάρχης της ΚΥΠ, και αρχηγός από το 1961 της παράνομης οργανώσεως Ένα στον Στρατό, είχε συμμετάσχει στη διαμόρφωση του σχεδίου «Περικλής», που είχε ως στόχο την άσκηση συστηματικής βίας για τη μείωση της επιρροής της ΕΔΑ. Ο στόχος εξειδικευόταν ως εξής: "Ενδεικνυόμενα μέτρα, ώστε ο κομμουνισμός εις το εγγύς μέλλον να υποστή κάμψιν και το ποσοστόν του να κατέλθη εις επίπεδα κάτω του 20%". Η συμμετοχή του αποκαλύφθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1965 από τον τότε πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου. Οι αποκαλύψεις βασίστηκαν σε ανακριτικό πόρισμα του αντιστράτηγου Χ. Λουκάκη, σύμφωνα με τις οποίες η διαμόρφωση του σχεδίου "Περικλής" (είχε συνταχθεί ήδη από το 1959 επί Καραμανλή από την ΚΥΠ) ολοκληρώθηκε στις 12 Αυγούστου 1961, σε ειδική συνεδρίαση της δευτεροβάθμιας επιτροπής πληροφοριών και διαφωτίσεως του ΓΕΕΘΑ, υπό την προεδρία του Α/ΓΕΣ Β. Καρδαμάκη. Ως στέλεχος της ΚΥΠ διατηρούσε επαφές με τα στελέχη της CIA.[11]
Η υπόθεση του σαμποτάζ του Έβρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Κύριο λήμμα: Σαμποτάζ του Έβρου
Στις αρχές του Ιουνίου 1965, ο Παπαδόπουλος βρισκόταν υπό πίεση λόγω των ανακρίσεων της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης για την υπόθεση του "Σχεδίου Περικλής". Στις 11 Ιουνίου, δύο ημέρες μετά την άσκηση δίωξης για την υπόθεση αυτή, ξέσπασε η υπόθεση του «σαμποτάζ του Έβρου».
Συγκεκριμένα, οχήματα της 117ης ΜΠΠ (Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού), η οποία έδρευε στην Ορεστιάδα και είχε διοικητή τον τότε αντισυνταγματάρχη Γ. Παπαδόπουλο, είχαν ακινητοποιηθεί λόγω βλαβών από κακή συντήρηση. Ο Παπαδόπουλος βρέθηκε υπό την πίεση των προϊσταμένων του στρατηγών Τσολάκα, Μανέτα και Βαρδουλάκη οι οποίοι ζητούσαν εξηγήσεις για τις βλάβες. Απολογούμενος, ο Παπαδόπουλος απέδωσε τα προβλήματα στην εντατική χρήση των φορτηγών αλλά και σε ενδεχόμενη δολιοφθορά (σαμποτάζ) για την οποία θα προχωρούσε σε έρευνες.[12] Στη συνέχεια, έστησε προβοκάτσια σε συνεργασία με το τμήμα Α2 της μονάδας, αξιωματικός του οποίου παρακίνησε έναν στρατιώτη με γονείς αριστερών φρονημάτων να προκαλέσει βραχυκύκλωμα σε ένα όχημα. Ο στρατιώτης συνελήφθη την ώρα της δολιοφθοράς ενώ την επόμενη μέρα συνελήφθησαν και άλλοι φαντάροι, στα οχήματα των οποίων είχαν παρουσιαστεί βλάβες. Μετά από σειρά βίαιων ανακρίσεων με χρήση βασανιστηρίων, ο Παπαδόπουλος πρόβαλε τη θεωρία της κομμουνιστικής συνωμοσίας, οργανωμένης από παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ.[13] Την ίδια ημέρα που ο Παπαδόπουλος έστειλε το πόρισμα στο ΓΕΣ, και πριν καν αυτό φτάσει στον προορισμό του, τρεις εφημερίδες του δεξιού πολιτικού χώρου (Ακρόπολις, Εθνικός Κήρυξ, Ελλη¬νικός Βορράς) δημοσίευσαν με μεγάλους τίτλους την είδηση. Στην τρίτη μόνο από αυτές, το ρεπορτάζ ανέφερε εσφαλμένα ότι, σύμφωνα με το πόρισμα, χρησιμοποιήθηκε ζάχαρη για το σαμποτάρισμα τεθωρακισμένων. Αποτέλεσμα του συγκεκριμένου δημοσιεύματος ήταν να δημιουργηθεί ένας αρκετά διαδεδομένος σχετικός μύθος, παρ' όλο που το ίδιο το Υπουργείο Άμυνας επίσημα διέψευσε τα περί ζάχαρης και τεθωρακισμένων.
Στις επόμενες ημέρες ένα όργιο φημών κυριάρχησε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και ακολούθησαν συλλήψεις συγγενών των στρατιωτών που φέρονταν αναμεμειγμένοι στη δολιοφθορά[15]. Όμως σύντομα οι τακτικοί ανακριτές της στρατιωτικής δικαιοσύνης (ο λοχαγός Νικόλαος Νικολαΐδης και ο βασιλικός επίτροπος αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Γκόπης) θεώρησαν ότι οι ομολογίες των στρατιωτών ήταν προϊόν βασανισμών, απαλλάσσοντας τελικά τους περισσότερους από τους συλληφθέντες. Στις 20 Ιουλίου, ασκήθηκε δίωξη κατά των αξιωματικών που ήταν φυσικοί αυτουργοί των βασανισμών, και εναντίον του Παπαδόπουλου για ηθική αυτουργία. Τελικά ο Παπαδόπουλος απαλλάχθηκε από τον αντισυνταγματάρχη στρατιωτικής δικαιοσύνης Θεμιστοκλή Δηματάτη με απαλλακτικό βούλευμα στις 29 Νοεμβρίου 1965, δύο ημέρες πριν από την έναρξη της δίκης του. Η απαλλαγή αυτή συνέβη την περίοδο που αρχηγός ΓΕΣ είχε αναλάβει ο μετέπειτα πραξικοπηματίας Γρηγόριος Σπαντιδάκης, ενώ το πολιτικό σκηνικό χαρακτηριζόταν από την αστάθεια που ακολούθησε την Αποστασία του 1965. Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι η απόφαση του Δηματάτη είχε σχέση με τον κατοπινό διορισμό του ως προέδρου του Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.[16]
Το 1966 διορίστηκε από το ΓΕΣ τμηματάρχης στο 4ο Επιτελικο γραφείο του ΓΕΣ. Έκτοτε άρχισε την προπαρασκευή του πραξικοπήματος, μαζί με τους Παττακό, Μακαρέζο και άλλους 26 αξιωματικούς.
Δικτατορία, εξέλιξη και πτώση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Με την επικράτηση του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967, συμμετείχε στην κυβέρνηση Κ. Κόλλια, που ορκίστηκε την ίδια ημέρα ώρα 19.30, στα Ανάκτορα Αθηνών, υπό τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Β΄, αναλαμβάνοντας το υπουργείο Προεδρίας και τον Δεκέμβριο του 1967 ορκίστηκε "πρωθυπουργός" και υπουργός Εθνικής Αμύνης. Για ένα διάστημα ανέλαβε και Υπουργός Παιδείας[17] και Εξωτερικών. Το 1968 διέφυγε απόπειρα δολοφονίας του από τον Αλέξανδρο Παναγούλη, ο οποίος συνελήφθη και καταδικάστηκε δις εις θάνατον. Η ποινή δεν εκτελέστηκε και ο Παναγούλης παρέμεινε επί πενταετία στη φυλακή. Στις 21 Μαρτίου 1972 παύθηκε με κυβερνητική απόφαση ο αντιβασιλιάς Γ. Ζωιτάκης και τον αντικατέστησε ο ίδιος.[18] Τον Μάιο 1973 αποκαλύφθηκε η ύπαρξη εκτεταμένης συνωμοσίας στους κόλπους του Πολεμικού Ναυτικού και με την αφορμή αυτή καταργήθηκε η συνταγματική μοναρχία, που μέχρι τότε ίσχυε τυπικά, και την 1η Ιουνίου 1973 ανακηρύχθηκε ως νέο πολίτευμα η Προεδρική Δημοκρατία με προσωρινό πρόεδρο τον ίδιο. Ακολούθησε η διεξαγωγή νόθου κυρωτικού δημοψηφίσματος («ΝΑΙ» 78,4%, «ΟΧΙ» 21,6%)[19], σύμφωνα με το οποίο ο δικτάτορας Παπαδόπουλος εκλεγόταν πρόεδρος της νεοσύστατης Ελληνικής Δημοκρατίας και ο στρατηγός Οδυσσέας Αγγελής ως αντιπρόεδρος. Λίγο αργότερα, στις 8 Οκτωβρίου 1973, επέλεξε τον παλαιό πολιτικό αρχηγό Σπ. Μαρκεζίνη ως διάδοχό του στην πρωθυπουργία, με την εντολή να οδηγήσει τη χώρα σε βουλευτικές εκλογές, αμνηστεύοντας όλους τους πολιτικούς κρατουμένους και δίνοντας ειδική χάρη στον Παναγούλη.
Κατά τον Δ' αραβοϊσραηλινό πόλεμο ή πόλεμο του Γιομ Κιπούρ τον Οκτώβριο του 1973 η δικτατορική Κυβέρνηση αρνήθηκε προς τους Αμερικανούς να χρησιμοποιήσουν το αεροδρόμιο της Κρήτης για εφοδιασμό των ισραηλινών δυνάμεων, γεγονός που προκάλεσε την δυσμένεια του Υπουργού Εξωτερικών των Η.Π.Α. Χένρυ Κίσσινγκερ[20]
Ακολούθησε η εξέγερση του Πολυτεχνείου στις 17 Νοεμβρίου 1973 και στη συνέχεια το Πραξικόπημα του Ταξιάρχου Δ. Ιωαννίδη στις 25 Νοεμβρίου 1973, κατά το οποίο ο Παπαδόπουλος ετέθη σε κατ' οίκον περιορισμόν. Κατά τη διάρκεια της δικτατορικής διακυβέρνησής του διέμενε σε υπερπολυτελή έπαυλη στο Λαγονήσι, ιδιοκτησίας του Αριστοτέλη Ωνάση, την οποία είχε παραχωρήσει στον Παπαδόπουλο έναντι οικονομικών εξυπηρετήσεων.[21]
Συνέπεια των κυπριακών γεγονότων ήταν η παράδοση της διακυβέρνησης της χώρας σε πολιτικούς, από τον τότε χουντικό Πρόεδρο της Δημοκρατίας Φαίδωνα Γκιζίκη, με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ως πρωθυπουργό κυβέρνησης εθνικής ενότητας.
Ο Παπαδόπουλος επιδίωξε να συμμετάσχει με δικό του κόμμα στις πρώτες βουλευτικές εκλογές, το 1974, αλλά η τότε πολιτική ηγεσία του το απαγόρευσε[εκκρεμεί παραπομπή].
Στη συνέχεια, βάσει της Συντακτικής Πράξης της 3ης Οκτωβρίου 1974, τόσο ο Γ. Παπαδόπουλος όσο και οι άλλοι πρωτεργάτες της Δικτατορίας χαρακτηρίστηκαν ως πρωταίτιοι πολιτικών αδικημάτων, εξαιρουμένων του στρατηγού Φ. Γκιζίκη που παρέμενε ακόμα πρόεδρος της Δημοκρατίας (παρέμεινε μέχρι τις 18 Δεκεμβρίου 1974), της υφιστάμενης στρατιωτικής ηγεσίας, του αρχιεπισκόπου Σεραφείμ καθώς και όλων των πολιτικών προσώπων των κυβερνήσεων Παπαδόπουλου και Ιωαννίδη. Έτσι ως παραβάτες του Ποινικού Κώδικα, οι φερόμενοι ως πρωτεργάτες υπήχθησαν στην αρμοδιότητα του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ενώ περί τα τέλη Οκτωβρίου του ίδιου έτους οι παραπάνω εκτοπίστηκαν στην Κέα σε ένα ξενοδοχείο στο μυχό του λιμένα, υπό τη φύλαξη μικρής ομάδας χωροφυλάκων συνεπικουρούμενης από ένα μικρό σκάφος του Λιμενικού Σώματος, περιορισμένων δυνατοτήτων με τριμελές πλήρωμα.
Ακολούθησαν πολιτικές διεργασίες και στις 15 Ιανουαρίου 1975 εκδόθηκε το Δ΄ Ψήφισμα της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής που όριζε τη διενέργεια δίκης των "Απριλιανών" μετά από μήνυση του δικηγόρου Α. Λυκουρέζου, που είχε καταθέσει πρώτος από τον προηγούμενο Σεπτέμβριο. Η Δίκη τελικά ξεκίνησε, χωρίς ιδιαίτερα αλεξίσφαιρα μέτρα ασφαλείας π.χ. γυάλινους κλωβούς κ.λπ., έξι μήνες μετά, στις 28 Ιουλίου, ημέρα Δευτέρα, στη δικαστική αίθουσα των γυναικείων φυλακών Κορυδαλλού, όπου στο μεταξύ από τις 21 Ιανουαρίου (έξι ημέρες μετά το ψήφισμα), είχε γίνει η μεταγωγή των Απριλιανών από την Κέα και διήρκεσε ακριβώς ένα μήνα, μέχρι 29 Αυγούστου. Τελικά η θανατική ποινή που του επιβλήθηκε μετατράπηκε σε ισόβια δεσμά, άνευ αιτήματος χάριτος, με απόφαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή (στον οποίο αποδίδεται, σχετικά, η ιστορική φράση «... και όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια»).
Στις 30 Ιανουαρίου 1984, ίδρυσε μέσα από τις φυλακές την ΕΠΕΝ. Το 1992, η κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη αποφασίζει να αποφυλακίσει τον Παπαδόπουλο και τους άλλους πραξικοπηματίες, επίσης άνευ προηγουμένου σχετικού αιτήματος, αλλά ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής ασκεί βέτο. Πέθανε στις 27 Ιουνίου 1999 μετά από καρκίνο στο ουροποιητικό σύστημα στο Λαϊκό Νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν, υπερασπιζόμενος το πραξικόπημα και τη δικτατορία και αρνούμενος να κάνει χρήση των νομικών δυνατοτήτων (λόγοι υγείας, αίτηση χάριτος) για να αποφυλακιστεί, σε αντίθεση με άλλους συγκατηγορούμενούς του. Ο τάφος του βρίσκεται στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.


About Unknown

Από το Blogger.