ΙΣΤΟΡΙΑ

ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ;;;


Οι ήρωες δεν ήταν αγάλματα!
Πριν χρόνια, στις εκπομπές που έκανα στο κρατικό ραδιόφωνο, συχνά έλεγα ότι οι ήρωες δεν ήταν αγάλματα σε πλατείες! Ήταν άνθρωποι !
Εμείς σήμερα τους τιμούμε ως ήρωες μαχητές υπέρ της Ελλάδας , αλλά πόσοι γνωρίζουμε τη ζωή τους;; Πόσοι γνωρίζουμε πως τους φέρθηκαν οι Έλληνες όσο ζούσαν; Πως πέθαναν;
Για παράδειγμα, πόσοι γνωρίζουμε πως πέθανε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος;;
"..αφού πρώτα τον βασάνισαν για να τους πει πού είχε κρυμμένους θησαυρούς, τον δολοφόνησαν, συνθλίβοντάς του τα γεννητικά όργανα και στη συνέχεια οργάνωσαν τη σκηνοθεσία ότι ο θάνατός του προήλθε από την προσπάθειά του να δραπετεύσει..."
Σπιλωμένος, δολοφονημένος, διασυρμένος
Το Δεκέμβρη του 1824, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος κατηγορήθηκε ότι είχε έρθει σε συμφωνία με τους Τούρκους, επιδιώκοντας να δημιουργήσει ανεξάρτητο καπετανάτο στην Ανατολική Ρούμελη και την Εύβοια. Έτσι, με εντολή της κυβέρνησης των επαναστατημένων Ελλήνων, κινήθηκαν εναντίον του ελληνικά στρατεύματα, επικεφαλής των οποίων βρισκόταν το πρώην πρωτοπαλίκαρο του οπλαρχηγού, Γιάννης Γκούρας. Το σχετικό διάταγμα, που άνοιγε νέο εμφύλιο πόλεμο στη Ρούμελη, όταν μερικές μέρες πριν ο Ιμπραήμ πατούσε το Μοριά, έχει ως εξής:
«Επειδή ο εχθρός ετοιμάζεται να εισβάλη και από το μέρος της ανατολικής Ελλάδος, με ικανάς δυνάμεις και ελπίδα να κατορθώση ό,τι μέχρι τούδε δεν εκατόρθωσε.
Επειδή ο αντιπατριώτης Οδυσσεύς συνεννοούμενος μετά των εχθρών της Πατρίδος κινείται και αυτός ήδη με σκοπόν να παραδώση εις τους εχθρούς τας ελευθέρας επαρχίας της Ανατολικής Ελλάδος.
Και επειδή είναι ανάγκη να ληφθώσιν εγκαίρως τα αναγκαία διά την ασφάλειαν των μερών μέτρα.
Δυνάμει του άρθρου ν' και να' του Νόμου της Επιδαύρου
Διατάττει
Α'. Ο στρατηγός Γκούρας διορίζεται να μεταβή εις την ανατολικήν Ελλάδα με όλους τους υπό την οδηγίαν του την άμεσην στρατιώτας.
Β'. Ο στρατηγός Στάθης Κατζικόγιαννης και Νικόλαος Γριζιώτης και λοιποί Αρχηγοί των εκεί προσδιορισθέντων σωμάτων θέλουν υπόκεινται υπό τας αμέσους διαταγάς του ειρημένου στρατηγού.
Γ'. Το υπουργείον του Πολέμου να ενεργήση τη διαταγήν ταύτην, συντροφεύον τον διαληφθένταν Αρχηγόν με τας αναγκαίας οδηγίας.
Τη 20 Φεβρουαρίου 1825. Ναύπλιον
Ο Πρόεδρος
Γεώργιος Κουντουριώτης
Γκίκας Μπότασης, Αναγνωστάκης Σπηλιωτάκης, Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, Ιωάννης Κωλέττης
Ο Γεν. Γραμματεύς Α. Μαυροκορδάτος»14
Το ότι ο Ανδρούτσος είχε έρθει σε συνεννόηση με τους Τούρκους δεν αμφισβητείται ούτε από τους επικριτές του, ούτε από τους υποστηρικτές του. Οι πρώτοι, όμως, μιλούν για προδοσία, ενώ οι δεύτεροι για τη συνηθισμένη τακτική του Οδυσσέα να ξεγελά τον αντίπαλο με σκοπό το όφελος του επαναστατικού αγώνα. «Ο Οδυσσεύς - λέει στην Αναμνήσεις του ο γαμπρός και συναγωνιστής του Εδουάρδ Τρελλώνη - πώποτε δεν επρόδοσεν, ήτον ο ειλικρινέστερος πατριώτης και ο στρατηγικώτερος ανήρ της ελληνικής επαναστάσεως... κατέφυγε εις τους Τούρκους, ίνα απειλήση την αχαλινώτως διώκουσαν αυτόν κυβέρνησιν και ίνα φέρη τον τουρκικόν στρατόν εις τας χείρας των Ελλήνων. Ητον γενικόν στρατήγημα των τε Ελλήνων και Τούρκων να προσποιώνται προδοσίαν, όπως ο εις παγιδεύση τον άλλον». Τα ίδια πάνω - κάτω λέει κι ο Ν. Σπηλιάδης στα απομνημονεύματά του. Ομως, και η ίδια η συμπεριφορά του Οδυσσέα όταν τα ελληνικά στρατεύματα στράφηκαν εναντίον του δεν είναι συμπεριφορά προδότη, δεδομένου ότι απέφυγε να χτυπηθεί μαζί τους στηριζόμενος στην τουρκική βοήθεια που εύκολα μπορούσε να εξασφαλίσει. Ο Γκούρας μάλιστα στις εκθέσεις του προς τους ανωτέρους του κατηγορεί το Οδυσσέα ως δειλό, επειδή απέφευγε να συγκρουστεί μαζί του.
Τελικά, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος παραδόθηκε στους διώκτες του, οι οποίοι, αντί να τον αφήσουν ελεύθερο όπως του είχαν υποσχεθεί τον οδήγησαν στην Αθήνα και τον φυλάκισαν στην Ακρόπολη. Μάλιστα, όταν τον περνούσαν από τους δρόμους της πόλης, φρόντισαν και για τη δημόσια διαπόμπευσή του. «Η υπόληψή του - γράφει ο Καρλ Μέντελσον - είχε ξεπέσει εξ αιτίας των μηχανορραφιών των αντιπάλων του και το πλήθος τον σκαμπίλιζε στο δρόμο, καθώς τον περνούσαν». Τελικά, τη νύχτα 4 προς 5 Ιουνίου του 1825, αφού πρώτα τον βασάνισαν για να τους πει πού είχε κρυμμένους θησαυρούς, τον δολοφόνησαν, συνθλίβοντάς του τα γεννητικά όργανα και στη συνέχεια οργάνωσαν τη σκηνοθεσία ότι ο θάνατός του προήλθε από την προσπάθειά του να δραπετεύσει. Ο Σπηλιάδης σημειώνει πως τη διαταγή έδωσε ο Γκούρας κατ' εντολή της κυβέρνησης ή του Κωλέτη . Προφανώς έτσι έγινε, δεδομένου ότι, όπως μας πληροφορεί ο Μακρυγιάννης, τον Γκούρα «τον έτυπτε η συνείδησή του διά το κάμωμα οπούκαμεν εις τον Δυσσέα»22.
Τη δολοφονία του Ανδρούτσου παραδέχονται κι εκείνοι οι ιστορικοί που είναι εχθρικά διακείμενοι μαζί του. Ο Σπυρίδωνας Τρικούπης γράφει : «Ο Ανδρούτσος, αφού έμεινε αρκετό καιρό στο στρατόπεδο του Γκούρα ανενόχλητος, στάλθηκε στο μοναστήρι του Δομπού πάνω στον Ελικώνα και ύστερα μεταφέρθηκε στην Ακρόπολη της Αθήνας, φυλακίστηκε στον πύργο της, βασανίστηκε για να φανερώσει το μέρος όπου έκρυβε την περιουσία του και τη νύχτα της 4ης Ιουλίου (σ.σ. πρόκειται για λάθος, Ιούνιος ήταν) πνίγηκε και ρίχτηκε έξω από τον πύργο. Το πτώμα του βρέθηκε την άλλη μέρα στο λιθόστρωτο έδαφος της Απτέρου Νίκης. Επρεπε όμως να καλυφθεί το έγκλημα και γι' αυτό το λόγο οι ένοχοι διαστρέβλωσαν την αλήθεια, διέδωσαν ότι κόπηκε το σχοινί με το οποίο είχε δεθεί για να δραπετεύσει την ώρα που κοιμούνταν οι φύλακες και ότι σκοτώθηκε πέφτοντας από ψηλά. Θέλησαν μάλιστα να δικαιώσουν τις απόψεις τους με ιατρική νεκροψία, αλλά το έγκλημα δεν ήταν δυνατόν να καλυφθεί». Ο Διονύσης Σουμερλής συμπληρώνει24: «Διά διαταγής της Διοικήσεως εκδομένης κατ' αίτησιν του Γκούρα θανατώνεται, αποπνιγείς κατά μέσην νύκταν, και από του πύργου καταρρίπτεται κατά γης. Ο εκτελεστής του θανάτου ήτο ιερεύς στρατιωτικός, όστις εξεδικήθη εναντίον αυτού, διά το προς τους ιερείς μίσος, καταδρομήν και κακά, πραχθέντα υπ' εκείνου. Ο δε θάνατος ούτος επλάσθη άλλως πώς διά τας τότε περιστάσεις, ότι δηλ. θέλων ο Οδυσσεύς να καταβή από του πύργου, εκόπησαν τα σχοινία με τα οποία ήτον δεμένος, και ούτως εθανατώθη».
Στην πραγματικότητα, ήταν τόσο παιδαριώδη τα επιχειρήματα των κρατούντων περί δήθεν απόπειρας απόδρασης του Οδυσσέα που είχε ως κατάληξη το θάνατό του, που δεν τα πήρε στα σοβαρά κανείς λογικός άνθρωπος εκείνη την εποχή. Ο James Emerson - Αγγλος ανταποκριτής, τότε, στην Ελλάδα - γράφει: «Υπάρχουν τόσα περιστατικά που αναιρούν αυτή την εκδοχή ώστε κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλει ότι ο Οδυσσέας θανατώθηκε με κυβερνητική εντολή. Ούτε πως μηχανεύτηκαν αυτή την ιστορία - της απόπειρας με σκοινί που κόπηκε - για να καλύψουν τη βλακώδη αδυναμία τους να τον παραπέμψουν σε δίκη. Τον έτρεμαν ακόμα και φυλακισμένο και δεν κατόρθωσαν να τον καταδικάσουν από έλλειψη πειστικών αποδείξεων. Πρώτα πρώτα ο στρατιώτης που κατάφερε να του προμηθεύσει ένα τόσο μεγάλο σκοινί για να κατέβει από ύψος 20- 25 μέτρων θα ήταν επίσης σε θέση να διευκολύνει την απόδρασή του με συνηθισμένους τρόπους... Επειτα ο Οδυσσέας δεν ήταν τόσο ανόητος να επιχειρήσει αυτή τη μέθοδο φυγής, την πιο δύσκολη και πιο επικίνδυνη. Γιατί κι αν κατόρθωνε να φτάσει σώος στο έδαφος, έπρεπε να ξεφύγει από τους φρουρούς και ύστερα να ανοίξει δύο ισχυρές πύλες και να υπερπηδήσει πολλούς τοίχους πριν φτάσει στην άκρη του βράχου. Και τα τείχη της Ακρόπολης ήταν ο πιο σπουδαίος και πιο φοβερός φραγμός που έπρεπε να διαβεί κι όχι το ύψος του βενετικού κάστρου».
Εχουμε συνηθίσει να λέμε ότι η Ιστορία γράφεται από τους νικητές και συνεπώς η δική τους εκδοχή για τα γεγονότα είναι αυτή που μένει. Τούτο είναι εν μέρει αληθινό, διότι ο τελικός λόγος της Ιστορίας δεν είναι ποτέ η ιστορία των νικητών. Στις 25 Δεκεμβρίου του 1898, 73 χρόνια μετά το θάνατο του Οδυσσέα, στην εφημερίδα «ΚΑΙΡΟΙ» δημοσιεύτηκε η αφήγηση ενός αυτόπτη μάρτυρα της δολοφονίας του Οδυσσέα, του ταγματάρχη της Φάλαγγας Κωνσταντίνου Καλατζή. Την αφήγηση είχε διασώσει ο δικηγόρος Σπ. Φόρτης. Ο Καλατζής βεβαιώνει πως τον Οδυσσέα δολοφόνησαν ο Τριανταφυλλίνας, ο Τζαμάρας και ο Μαμούρης κι ένας στρατιώτης Σουλιώτης, του οποίου το όνομα δε θυμόταν. Προσθέτει, δε, πως το θύμα αντιστάθηκε, αλλά, όπως ήταν δεμένος με αλυσίδες, δεν είχε ελπίδα. Την επόμενη μέρα πήγε και είδε το πτώμα του νεκρού και δίνει την εξής περιγραφή: «Το στόμα του ήταν καταματωμένον, το επάνω και κάτω χείλος του ήταν κομμένα σαν δαχτυλίδι στρογγυλά, σα να τα χτύπησε κανείς, να τα 'κοψε με το στόμα ντουφεκιού ή πιστόλας. Ο λαιμός του είχε μαυρίλαις και σημάδια από νύχια. Εστάλη ένας άλλος ιατρός να κάμη νεκροψίαν και έκθεσιν περί του θανάτου του. Εμαθα δε ότι επειδή επιστοποίησεν ότι ο θάνατος προήλθεν εκ βίας, διότι τα σημεία αυτής ήσαν φανερά, έσχισαν την έκθεσιν αυτού και έκαμαν άλλη διά της οποίας εβεβαιούτο ότι του στρατηγού ο θάνατος προήλθεν εκ πτώσεως αυτού από μέρους υψηλού».
Ο νεκρός Οδυσσέας τάφηκε στο μικρό Ναό των Ασωμάτων στους πρόποδες της Ακροπόλεως και μετά από οκτώ χρόνια η γυναίκα του πραγματοποίησε εκταφή των οστών, τα οποία κατέθεσε σε κάποιον από τους ναούς της πόλης. Εν τω μεταξύ ο διασυρμός του αγωνιστή συνεχιζόταν και μετά το θάνατό του. Για σαράντα ολόκληρα χρόνια, τον αναθεμάτιζαν ως προδότη και κανείς δεν ήξερε πού βρίσκονται τα οστά του. Εδέησε όμως, έστω και καθυστερημένα, η πολιτεία να αναγνωρίσει την προσφορά του ήρωα και να του αποδώσει τις στοιχειώδεις τιμές, την Κυριακή 21/2/1865 κατά την τέλεση μνημοσύνου στη Μητρόπολη και τη μετακομιδή των οστών του στο Α' Νεκροταφείο. Φαίνεται πως η αστοτσιφλικάδικη ολιγαρχία χρειαζόταν αυτά τα σαράντα χρόνια για να ξεπεράσει τον τρόμο που της προκαλούσε ο Οδυσσέας ακόμη και νεκρός. Έστω κι έτσι, έστω και αργά, αυτή η δικαίωση ήταν σημαντική για το τυπικόν της υπόθεσης, διότι επί της ουσίας στη συνείδηση του λαού ο Ανδρούτσος ήταν πάντα δικαιωμένος..."

About Unknown

Από το Blogger.